Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Σοφός ο κόπανος ο Nietzsche

"Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα."
Αμφίδρομη σχέση η καταστροφή. Η κατρακύκλα. Ο πάτος. Βλέπεις τα πάντα γύρω σου να καταρρέουν και μαζί τους καταρρέουν και τα σωθικά σου, το μυαλό σου. Τι δεν πήγε καλά; Τι σκατά έκανα λάθος; Γαμώτο, ούτε να γράψω δεν μπορώ! Ξεκινάς με όνειρα, με ελπίδες, με σχέδια, μόνο και μόνο για να δεις το καζανάκι να τα τραβάει όλα προς την χαβούζα. Πάπαλα! Μόρτο! Τέρμα! Και κάθεσαι σα μαλάκας, με ένα χαμόγελο μέχρι τ'αυτιά, σαν ευτυχισμένο γαϊδούρι που δεν ξέρει τι του γίνεται, και αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά, λες και το να αναρωτιέσαι είναι δείγμα σοφίας. Τι δεν πήγε καλά με την δουλειά μου; Τι δεν πήγε καλά με την γυναίκα που αγάπησα; Τι δεν πήγε καλά με τους φίλους που με στηρίξανε; Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Σκατά, φίλε μου. Όλα ατμός είναι. Σκόνη. Και κάθεσαι και αναρωτιέσαι! Τίποτα δεν πήγε στραβά φίλε μου! Εσύ είσαι ο στραβός! Δεν πάει στραβά ο γιαλός, εσύ στραβά αρμενίζεις!
Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα. Και στέκεσαι στο χείλος του γκρεμού και κοιτάς κάτω, στο βάθος, και θες να πέσεις, αλλά κάτι σε βαστάει, κάτι σε εμποδίζει, το βάθος είναι γοητευτικό, όμορφο, θαυμάσιο, θες να φτάσεις εκεί, να δεις τι υπάρχει στον πάτο, σε τραβάει, σε καλεί, σαν πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της στον παρθένο, μην αναρωτιέσαι...πήδα!
Τι σε κρατάει; Η ελπίδα; Ποιά ελπίδα; Πάει αυτή. Μας τελειώσε. Έμεινε κλεισμένη στο κουτί της Πανδώρας. Ακούς την ψιλή φωνούλα της από μέσα αλλά κανένας δεν κάνει τον κόπο να της ανοίξει. Και περιμένουμε. Κι όμως, ακόμα περιμένουμε. Τι περιμένεις ρε κόπανε; Να πάρεις αύξηση; Να έρθει κοντά σου και να ξεχάσει όλα τ'αλλα; Να γίνεις ο σταρ, ο ήρωας, το πρόσωπο της ημέρας; Κάτσε κάτω και βούλωστο. Τίποτα δεν πρόκειται ν'αλλάξει. Παρ'το χαμπάρι.
Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα. Σοφός ο πούστης ο Nietzsche. Ξέρετε κάτι; Την κοίταξα την άβυσσο. Και για να πω την αλήθεια, τρόμαξα!

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Το ημερολόγιο ενός αχρείου

Τελευταίες ώρες του υπερδίσεκτου 2008, και κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή μου πρώτη φορά μετά από πέντε ημέρες πλήρους ψυχολογικής αποτοξίνωσης. Οι κοινωνικές υποχρεώσεις εκπληρώθηκαν, θέλω να πιστεύω, εις το ακέραιο, οι ευχές αντηλάχθησαν εκατέρωθεν, τα δώρα επιδώθηκαν, θαυμάστηκαν και καταχωρήθηκαν στο υποσυνείδητο των αποδεκτών. Κι ένα απο αυτά ήταν το δώρο που άναψε την σπίθα αυτού του post- αποδέκτης η αφεντιά μου.
Το πακέτο το οποίο παρέλαβα πρόδιδε αμέσως την φύση του περιεχομένου - κάποιο βιβλίο - αλλά όχι και τις λεπτομέρειες. Οι οποίες αποκαλύφθηκαν σε όλο τους το μεγαλείο αμέσως μόλις το περιτύλιγμα σκίστηκε προσεκτικά. Το είχα ανοίξει από την μεριά του οπισθοφύλλου αλλά και αυτό έφτανε. Το κειμενάκι που βρισκόταν εκτυπωμένο εκεί ξεκινούσε με μερικές λέξεις που έκαναν το μυστήριο να χαθεί με μιας: "Ο πολεμιστής του φωτός..." Ευθύς μια φράση απόγνωσης σχηματίστηκε στο μυαλό μου, μια φράση που, πιστεύω, καταμαρτυρεί με επώδυνη ακρίβεια την γνώμη που έχω για το συγκεκριμένο θέμα: Όχι πάλι Paulo Coelho!
Φυσικά δεν θα μπορούσα με τίποτα να κατακρίνω την συγκεκριμένη κοπέλα για την επιλογή της - ναι, κοπέλα είναι. Κανείς αρσενικός Νεάντερταλ έχων σώας τας φρένας και παρουσιάζων ένα ελάχιστο έστω ψήγμα αυτοσεβασμού, δεν θα επέλεγε κάτι τέτοιο. Αν μη τι άλλο, η γυναίκα μπήκε σε τόσο κόπο για να μου αγοράσει δώρο, για να μην συνυπολογίσουμε την ομορφιά της συγκεκριμένης κίνησης. Στην τελική ανάλυση, πρόκειται για ένα άτομο το οποίο υπεραγαπώ, οπότε μια άρνηση ή αρνητική αντίδραση από μέρους μου θα μπορούσε, δικαίως, να χαρακτηριστεί "γαϊδουριά" - και θέλω να πιστεύω ότι δεν ανήκω στις τάξεις αυτών των, συμπαθέστατων κατά τα άλλα, τετραπόδων. Προς τιμήν της, υποθέτω ότι ήξερε απ'έξω κι ανακατωτά τα γούστα μου - ενώ το αντίστροφο δεν ξέρω αν συμβαίνει - γιατί με ενημέρωσε ότι μπορεί άνετα να γίνει αλλαγή, πριν καν μου το δώσει. Όντας ενάντια στις αρχές μου να κάνω αλλαγές δώρων, επόμενο ήταν να μην σκεφτώ καν να κάνω χρήση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Δέχτηκα λοιπόν το συγκεκριμένο δώρο, ευχαριστώντας την θερμά και ολόψυχα - κάτι το οποίο, γενικά, είμαι ανικανος να εκδηλώσω - και την στιγμή αυτή βρίσκεται δίπλα στο πληκτρολόγιό μου, καθώς γραφω αυτές τις γραμμές.
Ακολούθησε μια μικρή συζήτηση περί του συγκεκριμένου συγγραφέως, στην διάρκεια της οποίας δεν επέδειξα την πρέπουσα αυτοσυγκράτηση και της εξήγησα, ελπίζω χωρίς να την προσβάλλω, το πόσο απεχθής μου είναι ο εν λόγω κύριος. Η συζήτηση αυτή ήταν και το έναυσμα της παρούσας ανάρτησης.
Για να εξηγήσω κάποια πράγματα πριν προχωρήσω, το δώρο δεν είναι κάποιο βιβλίο του Paulo Coelho. Είναι μια ατζέντα - ελληνιστί ημερολόγιον - του 2009, θαυμάσια εικονογραφημένο από την Catalina Estrada, με τσιτάτα και αποσπάσματα του Coelho σε κάθε μηνα, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο αντιστοιχούν σε θεματικές ενότητες. Δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω εαν υπάρχει κάποιος συσχετισμός μεταξύ του μήνα και του εκάστοτε αποσπάσματος και ίσως να μην υπάρχει κάν. Λόγου χάρη, ο Απρίλιος - ο μήνας των γενεθλίων μου - αντιστοιχεί στην ευχαρίστηση, και το απόσπασμα που τον ξεκινά είναι παρμένο από το "Έντεκα Λεπτά" του 2003. Προχωρώ όμως στους λόγους για τους οποίους ο κύριος αυτός μου προκαλεί αναταράξεις στο στομάχι.
Πρώτον και κύριον, είναι το στυλ γραφής του. Αντίθετα από το γενικότερο ρεύμα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας - Marquez, Alliente, ο πρόσφατος Andahazi κ.α - όπου κυριαρχεί μια θλιμμένη λυρικότητα, ο κύριος Coelho αποπνέει μια απίστευτη ματαιοδοξία, η οποία λανθασμένα εκλαμβάνεται ως ρομαντική αισιοδοξία. Κλασικό δείγμα αυτού του φαινομένου η πασίγνωστη ατάκα-απόφθεγμα από τον "Αλχημιστή" ("Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το Σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσεις") καθώς και οι αμέτρητες παραλλαγές της, ευαγγέλιο στο στόμα των απανταχού αισιόδοξων. Δυστυχώς ή ευτυχώς, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους φανατικούς αναγνώστες του, το Σύμπαν όχι μόνο δεν δίνει δεκάρα για το τι επιθυμούμε, αλλά και μερικές φορές φαίνεται να πράττει το άκρως αντίθετο (φαινόμενο που μου έδωσε κάποτε την ευκαιρία να δημιουργήσω το δικό μου απόφθεγμα, του οποίου όμως την πατρότητα δεν διεκδικώ φορτικά: Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το Σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσει οποιοσδήποτε άλλος). Τι υπέρμετρη ματαιοδοξία όμως, από πλευράς του κυρίου Coelho, τι αβασάνιστος ναρκισσισμός, να πιστεύεις ότι είσαι το κέντρο του Σύμπαντος; Και τι επικίνδυνο να υιοθετείς ανάλογη στάση στην ζωή σου;
Δεύτερον, είναι η στάση του προς το κοινό του. Ο μαγικός νεορεαλισμός της Λατινικής Αμερικής που τόσο τίμησαν πολλοί συγγραφείς, έχει τραβήξει τα πάνδεινα στα χέρια του κυρίου Coelho. Μασκαρεύοντας τον με ρομαντισμό, ολίγη ψυχολογία και μπόλικη δόση υπερβατικού διαλογισμού και υπερφυσικού, καταλήγει σε αυτό που περιγράφω σαν "Castaneda χωρίς τους αμανίτες", ένα νερόβραστο και αηδιαστικά δακρύβρεχτο μείγμα που ταιριάζει περισσότερο στις προθήκες με τα Arlekin παρά στα γραπτά σοβαρών λογοτεχνικών αναλυτών. Κι όμως πιάνει! Δεν αποτελεί βέβαια μυστήριο που το γυναικείο κοινό του είναι αυτό που πραγματικά πίνει νερό στο όνομα του κάθε ευφυούς μπουρδολογήματος που θα σκεφτεί να λανσάρει ο Βραζιλιάνος συγγραφέας - πραγματικά, δεν έχω γνωρίσει καμία γυναίκα που να μην χρησιμοποιήσει κάτι δικό του όταν θέλει να κάνει επίδειξη πνεύματος και λογοτεχνικής παιδείας. Υπάρχει εξήγηση: οι άντρες, ως λιγότερο ανεπτυγμένοι και ευαίσθητοι, διατηρούμε ακόμη ισχυρές άμυνες ενάντια στην λογοτεχνία του Πρωινού Καφέ. Αντίθετα, τα θηλυκά του είδους μας, ανίσχυρα ίσως απέναντι στο μητρικό φίλτρο που αναπόφευκτα θα τις καταβάλλει, είναι πιό επιρρεπείς στον ρομαντισμό και στην φιλοσοφία του μπουντουάρ.
Τρίτον και τελευταίο, το "φαινόμενο Coelho", δίχως άλλο αποτέλεσμα έξυπνου μάρκετινγκ και ευφυούς κατανόησης των καταναλωτικών αναγκών του αγοραστικού κοινού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την εποχή που πρωτοβγήκε το "Στις όχθες του ποταμού Πιέντρα κάθησα και έκλαψα"- μα τους Θεούς της Λογοτεχνίας, τι ματαιόδοξος και αηδιαστικός τίτλος είναι αυτός;;; Το συγκεκριμένο πόνημα εκθειάστηκε πριν καν βγει, ολοσέλιδες κριτικές γέμισαν τις εφημερίδες, τόσο τις εγχώριες όσο και τις παγκόσμιες, διθύραμβοι αντήχησαν σε κάθε γωνιά του κόσμου της λογοτεχνικής κριτικής.Κι όλα αυτά για την γλυκανάλατη ερωτική ιστορία της Pilar και του highschool sweetheart της, νυν σαμάνου και ψυχοθεραπευτή - διάβαζε κομπογιαννίτη - που την τραβολογάει στα βουνά για να βρουν το νόημα της ζωής. Ξεκίνησα το βιβλίο με μια αίσθηση ματαιότητας και το τελείωσα βασανιστικά και με μια ανακατωσούρα στα έντερα. Κι από νόημα της ζωής, ούτε λέξη. Και τι να πει κανείς για εκείνο το βδέλυγμα το "Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός";
Όταν παραλαμβάνει κανείς ένα δώρο, επι οποιαδήποτε ευκαιρία, το πρέπον είναι να το δεχτείς. Ειλικρινά εκτιμώ την κίνηση όταν γίνεται, και προσπαθώ να το ανταποδώσω όταν δωθεί η κατάλληλη ευκαιρία. Στην περίπτωση αυτή, ελπίζω να έπραξα ορθώς και να μην προσέβαλλα την κοπέλα που είχε την καλοσύνη να μπει στον κόπο. Παράλληλα, διατηρώ στο ακέραιο την απέχθειά μου για τον εν λόγω κύριο και, για να εκφραστώ κομψά, τον γράφω στα παλαιότερα των υποδημάτων μου. Το δώρο το οποίο έλαβα έχει χρηστική αξία καθώς και ηθική - καθώς, όπως εξήγησα,προέρχεται από άτομο το οποίο θαυμάζω - και εκεί μένω. Και, κυρίως, μου έδωσε το έναυσμα να επιστρέψω στο blog μου και να του προσθέσω ακόμη ένα post, κάτι το οποίο, ειλικρινά, μου είχε λείψει.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Ξανά μανά...

...Χριστούγεννα. Πλησιάζουν, με βήμα ταχύ. Απ΄τον Νοέμβριο έχουμε ξεσκονίσει τις γιρλάντες μας, έχουμε ξαραχνιάσει το πλαστικό δέντρο μας, ξεσκαρτάραμε τις σπασμένες μπάλες από τις καλές, κρατήσαμε ακόμα κι αυτές που έχουν βουλιάξει λίγο, βγάλαμε τις φλοκάτες και τα χαλιά να ξεβρωμίσουν λίγο από την ναφθαλίνη, κάναμε λατέρνες τις προσόψεις των σπιτιών μας. Οι δήμαρχοι, πιστοί εις τας παραδόσεις, στήσανε ξανά τις σκαλωσιές, τις μπουκώσανε λαμπιόνια made in Taiwan και πλαστικούς αγιοβασίληδες και τυλίξανε τις κολώνες της ΔΕΗ με εκείνους τους πλαστικούς σωλήνες που αναβοσβήνουνε αγκωμαχόντας λες κι έχουν λόξυγγα. Με περισσή ανυπομονησία περιμέναμε το Δώρο. Σε κάποιους ήρθε, σε άλλους όχι. Σε όσους ήρθε, εξαφανίστηκε εν ριπεί οφθαλμού. Πήραμε μερικά δωράκια για ανθρώπους που αγαπάμε - ναι, ακόμα μπορούμε να το κάνουμε αυτό! - , παραγγείλαμε το φουκαριάρικο το πουλερικό που κάθε Χριστούγεννα ξαναζεί το Ολοκαύτωμα, αγοράσαμε τις δίπλες, τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες από το ζαχαροπλαστείο - μάλλον γιατί δεν έχουμε ιδέα πως να τα φτιάξουμε οι ίδιοι - και αρχίσαμε και τις ευχές. Μερικοί έστειλαν κάρτες μέσω ταχυδρομείου, άλλοι προτίμησαν την φθηνότερη λύση του eMail, σε κάποιους το Inbox έμεινε πεισματικά άδειο, σε άλλους τίγκαρε από eCards, spam και διαφημιστικά. Βρίσαμε - όσοι έχουν παιδιά - για τις διαφημίσεις της Barbie με το Πολυκατάστημά της, για τον Καρχαριάκια των Speed wheels, για το Μωρούλι Εξυπνούλι που φωνάζει κάθε τόσο "Διψάω!" με τη φωνή του μωρού της Ρόζμαρυ, αγανακτίσαμε για τις σχετικές διαφημίσεις που προβάλλονται με ρυθμό πολυβόλου, έχοντας το ένα μας μάτι στην οθόνη και το άλλο στην πόρτα του δωματιου, ευχόμενοι μην πάρει χαμπάρι το πιτσιρίκι μας τίποτα και μας ζητάει λαγούς με πετραχείλια.
Φέτος, για να σπάσει η μονοτονία, δολοφονήθηκε ένας πιτσιρικάς στα Εξάρχεια από αστυνομικό, οι κουκουλοφόροι, αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, όπως θέλετε πέστε τους, ξεχύθηκαν στους δρόμους και τους έκαναν Βαγδάτη. Κάηκε και το δέντρο στην μέση της πλατείας Συντάγματος, η Χριστουγεννούπολη με τα σοκολατάκια των εβδομήντα ευρώ, ο Ολυμπιακός έριξε πεντάρα στη Μπενφίκα και ντόρτια στην Χέρτα αλλά έχασε από την Μέταλιστ, το Υπουργείο Οικονομικών ξεπέρασε τον εαυτό του σε βλακεία λανσάρωντας την διαφήμιση που προτρέπει για φορολογική συνείδηση, η Βίκυ Χατζηβασιλείου ανακάλυψε ξανά τον χαμένο αδερφό-ξάδερφο-κουμπάρο-μπατζανάκη που είχε χαθεί σαράντα χρόνια στην Αργεντινή- Κίνα-Αλάσκα-Γη του Πυρός, ο Πατήρ Μάξιμος ουρλιάζει για την Δευτέρα Παρουσία που ε-ε-ερχεται, μαζί με τους ΕΛ του Λιακόπουλου και τους Βρυλ, το Βατοπέδι γράφει την Βουλή στα παλαιότερα των υποδημάτων του και συνεχίζει να καταπίνει εκατομμύρια, ο Γ.Α.Π ετοιμάζει σακάκι για τις εκλογές.
Τι σχέση έχουν αυτά μεταξύ τους; Καμία και ταυτόχρονα μεγάλη. Ασύνδετα όλα, σαν τις εικόνες στον καμμένο εγκέφαλο του ταλαίπωρου blogger, του ψώνιου που την έχει δει συγγραφέας και ετοιμάζει βιβλίο. Και κάπου στο βάθος, ο Αμλετ, κρατώντας το καύκαλο του, αναρωτιέται μακάρια:"Κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας".
Αηντε να μπω κι εγώ στο κλίμα των ημερών. Αηντε, ας σας στείλω μερικές ευχές, έτσι για το καλό του χρόνου. Σας εύχομαι λοιπόν...
...Να μην απογοητεύεστε...
...Να γελάσετε...
...Να αγαπήσετε...
...Να αγαπηθείτε...
...Να ξεφύγετε...
...Να αντέξετε...
...Να θυμάστε...
...Να ξεχάσετε...
...Να μιλήσετε...
...Να ακούσετε...
...Να ανακαλύψετε...
...Να σηκωθήτε...
...Να περιφρονήσετε...
...Να αγκαλιάσετε...
...Να δεχτείτε...
...Να απορρίψετε...
...Να ζήσετε...
Χρόνια πολλά παιδιά! Καλή χρονιά σε όλους!Να έχετε την υγεία σας και να βρείτε την ευτυχία σας!Και του χρόνου!

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Καταζητείται...

...Ο συγκεκριμένος κύριος, ο οποίος έχει εμφανιστεί σε ουκ ολίγες ταινίες της Χρυσής Εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου. Το cinecomments υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος κύριος πρέπει να ανήκει στον στενό κύκλο του μόνιμου τότε σκηνογράφου του Φίνου, Μάρκου Ζέρβα. Διόλου απίθανο, μια και του φέρνει λίγο.Καθόλου απίθανο όμως να ανήκει και στο συγγενολόι του ίδιου του Φίνου. Γεγονός είναι οτι εμφανίζεται πάντα σε ταινίες του Φίνου, και πάντα ως κάδρο. Σε μια μόνο ταινία τον θυμάμαι να ζωντανεύει: στον "Θησαυρό του Μακαρίτη", στην τελευταία σκηνή - κάτι που μπορεί να χρησιμεύσει και ως tip.
Σας παρακαλώ λοιπόν, όποιος διαθέτει πληροφορίες για τον παραπάνω "μπάρμπα", ας πει δυο λογάκια, γιατί κοντεύω να σκάσω - κι εγώ κι ο αδερφός μου!

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Περί Δαιμονίων και άλλων Ερώτων

Όσοι από τους κατοίκους της ελληνικής blogo-σφαιρας κάνουν τον κόπο να παιρνούν τακτικά από δω - και κάνουν τον κόπο να διαβάσουν κάτι από αυτά που κατεβάζω από το κεφάλι μου - μπορεί να θυμούνται ένα από τα πρώτα μου post, σχετικά με κείνο το μπάσταρδο, τον Έρωτα. Ίσως είναι εμφανής η αντιπάθειά μου στο πρόσωπο του, ίσως όχι. Αυτό το post αποτελεί, την κατά κάποιο τρόπο, συνέχειά του και μια ακόμα απέλπιδα προσπάθεια να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου μαζί του.
Γενικά, ο Έρωτας αγαπιέται. Είναι επιθυμητός, μάλλον σε όλους. Φορώντας αυτό το επαίσχυντο προσωπείο του ρομαντισμού και της "ευφορίας ψυχής", έχει καταφέρει να κερδίσει πόντους και να εξυψωθεί στο υπέρτατο αγαθό. Έχει καταφέρει να συνδεθεί και με το μόνο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης που είναι αγαπητό σε όλους: το σεξ και την γενετήσια πράξη. Vae Victis όμως, κατα την ιαχή του Βρέννου κατακτητή! Μόλις γραπωθεί για τα καλά στις νευρικές απολήξεις του θύματος, παραλύει την σκέψη, ισοπεδώνει την μνήμη, καταρρακώνει την προσωπικότητα και την ατομικότητα, καταβροχθίζει τους στόχους και τα όνειρα. σαν παράσιτο ρουφάει το κάθε τι ανθρώπινο, και μετατρέπει το θύμα του σε ένα άβουλο, νεκρό κέλυφος, με μια και μόνη επιθυμία, ένα και μόνο σκοπό: να βρεθεί κοντά στο αντικείμενο του πόθου του. Σιγά σιγά , μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, το κάθε τι χάνεται, εξαφανίζεται, εξαλείφεται με τρόπο αδυσώπητο και οριστικό, και το μόνο που μένει είναι ο πόθος, η επιθυμία, η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Κι αμέσως μετά τα νεύρα γίνονται ακορντεόν.
Ω, ναι! Βλέπω ήδη το εξαγριωμένο πλήθος να συγκεντρώνεται! Μην πυροβολείτε τον πιανίστα, αγαπητοί συνάνθρωποι! Κι αν ο διψών για αίμα ερωτοχτυπημένος όχλος ζητά ομοφώνως την καταδίκη μου στην πυρά, γιατί τόλμησα να ξεσκεπάσω αυτόν τον αχρείο μασκαρά, αυτόν τον γελοίο υποκριτή, αυτόν τον αίσχυστο φαρσέρ που διασκεδάζει με το να καταρρακώνει αθώα πλάσματα, επειδή έπεδειξα το θράσος να παραβιάσω το Άβατον, να εισχωρήσω στα Άγια των Αγίων, να αμφισβητήσω το Αλάθητο, ακούστε την τελευταία συμβουλή του πιανίστα.
Μην ερωτεύεστε! Αγαπήστε! Ο Ερωτας κρίνεται ακατάλληλος για την ψυχική υγεία!

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Την προφορά μου έδωσαν ελληνική

Το παρακάτω περιστατικό είχε λάβει χώρα μεταξύ της εξ αγχιστείας θείας μου Virginia Shevlaine, ιρλανδικής καταγωγής, καθηγήτριας Αγγλικής Φιλολογίας, και μιας κατα τα άλλα ευγενέστατης κυρίας, η οποία επιθυμούσε την εγγραφή του γιού της στο Φροντιστήριο Αγγλικής γλώσσας που η θεία μου διατηρούσε. Η εν λόγω επίδοξη πελάτισσα, θέλοντας προφανώς να κάνει επίδειξη της αγγλομάθειάς της (μην παρεξηγηθώ, τα αγγλικά της ήταν αρκετά αξιοπρεπή), υπέπεσε σε ένα τραγικό λάθος, το οποίο προκάλεσε μια αρκετά ευτράπελη παρεξήγηση: μπέρδεψε την προφορά.
Συγκεκριμένα, στην φράση "May I sit here, please?" ("Μπορώ να καθήσω εδώ, παρακαλω;"), πρόφερε το sit με παχύ "s", κάτι που σε έναν γηγενή ομιλητή ακούγεται ως "shit" (για να μην χρησιμοποιήσω την καθημερινώς χρησιμοποιούμενη μετάφραση των ελλήνων, θα το μεταφράσω ως απορρίματα), μια λέξη η οποία, στην θέση του ρήματος, μεταφράζεται ως "αφοδεύω". Φυσικά, η θεία μου, γλωσσομαθής η ίδια και αρκετά συνηθισμένη από το μακέλεμα της αγγλικής προφοράς στο στόμα των ελλήνων, έπιασε αμέσως το λάθος, όχι όμως και ο, παρών εκείνη την στιγμή, τρίχρονος γιός της, ο οποίος ξέσπασε σε έναν συνδυασμό γέλιου και αηδίας. Μετά την πανικόβλητη απομάκρυνσή του, η παρεξήγηση λύθηκε αισίως, με την αρχικά συγχυσμένη κυρία να δέχεται τις εξηγήσεις και, τελικώς, να εγγράφει τον γιό της (άλλος ένας ευτυχισμένος πελάτης).
Το παραπάνω περιστατικό δείχνει ξεκάθαρα το πρόβλημα που έχουν οι έλληνες στην χρήση μιας ξένης γλώσσας και ιδιαίτερα μιας γλώσσας της οποίας η προφορά παίζει ρόλο στο νόημα μιας λέξης. Φυσικά, το φαινόμενο παρατηρήται σε όλους όσους έχουν γλώσσες με διαφορετικούς τονισμούς και προφορές - για παράδειγμα, οι Γάλλοι μεταφέρουν το φαινόμενο του τονισμού της λήγουσας σε όποια γλώσσα και αν μιλούν, με αρκετά κακόηχα αποτελέσματα - αλλά επικεντρώνω την προσοχή μου στους έλληνες, καθότι έλληνας ο ίδιος. Στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων - όσο κι αν θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο διάφοροι γλωσσαμύντορες "εθνικών" πεποιθήσεων και έτεροι λάτρεις του πολυτονικού - ούτε ιδιαίτερη διάκριση δασέων και ψιλών συμφώνων (εκτός, ίσως, ελαχίστων εξαιρέσεων). Εξαιτίας όμως διαφόρων επιρροών από άλλες γλώσσες, τέτοιες προφορές παρατηρούνται κατά τόπους, χωρίς όμως να σημαίνουν κάτι. Για παράδειγμα, σε πολλές περιοχές της επαρχίας, έχω παρατηρήσει να γίνεται χρήση του δασέως "σ" (παχύ "σ") εναλλακτικά με το "επίσημο" συρριστικό, χωρίς καμία διαφοροποίηση στο νόημα, ιδιαίτερα πριν από φωνήεν - φαινόμενο το οποίο, πιστεύω, είναι σλαβικής προελεύσεως. Παρόμοια, και ίσως πιό διαδεδομένο, παρατηρήται το δασύ "λ", κι αυτό μάλλον σλαβικό, το οποίο εκλαμβάνεται από τύπους Κολονακιώτικης ιδιοσυγκρασίας σαν δείγμα "βλαχιάς" ή "επαρχίας", φαινόμενο αρκετά υποτιμητικό και για τους κατοίκους της επαρχίας και για τους Βλάχους. Και να μην αναφερθώ στο συρώμενο "λ" (πολύ πιθανό τούρκικης καταγωγής) των Βορειοελλαδιτών το οποίο ουκ ολίγες φορές έχει γίνει αντικείμενο χλευασμού και σκωπτικών σχολίων από τους "Νότιους". Τέτοια φαινόμενα μεταφέρονται στην χρήση ξένων γλωσσών από έλληνες, με συχνά τραγελαφικά αποτελέσματα.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη πλευρά στο όλο ζήτημα, όχι πρακτική αλλά, θα έλεγα, ιδεολογική. Φαίνεται ότι έχουμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στην εκμάθηση και χρήση της ενδεδειγμένης προφοράς μιας ξένης γλώσσας, όχι εξαιτίας πρακτικών διαφορών, αλλά εξαιτίας καθαρά ψυχολογικής και ιδεολογικής στασιμότητας. Κλασικό παράδειγμα η προφορά της γαλλικής γλώσσας η οποία, αν και απολύτως απαραίτητη, απορρίπτεται με συνοπτικές διαδικασίες ως... αμφιβόλου αρρενωπότητας. Το ίδιο πρόβλημα, αν και σε μικρότερο βαθμό, το έχουν και οι άγγλοι, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους - σωβινιστικούς ως επι το πλείστον. Αντίστοιχα, η προφορά της αγγλικής γλώσσας πολλές φορές ερμηνεύεται ως δείγμα υπεροψίας, φαινόμενο το οποίο αναμφισβητητα οφείλεται στην ύπαρξη της Standard English και στην σύνδεσή της με, υποτίθεται, εκπαίδευση ανωτέρου επιπέδου - για όσους απορείτε, η Standard English είναι κάτι αντίστοιχο με την δική μας Καθαρεύουσα και είναι πλέον παρελθόν. Σε μικρότερο βαθμό, στο άκουσμα της γερμανικής γλώσσας το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό είναι ο Hitler και οι λαοσυνάξεις της Νυρεμβέργης ( υπό την υπόκρουση στρατιωτικού βηματισμού) ενώ, όταν ακούμε Ιταλό ή νομίζουμε ότι μας κάνει καμάκι ή ότι ανήκει στην Cosa Nostra.
Επαναλαμβάνω ότι τέτοια φαινόμενα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά. Παρόμοια αντιδρούν, μερικές φορές, και οι ξένοι στο άκουσμα της ελληνικής γλώσσας. Για παράδειγμα, πολλοί Σκανδιναυοί, όταν ακούν ελληνικά, τους φαίνεται σαν ένα στακάτο "τακ-τακ-τακ", κάτι σαν χαλίκια που κατρακυλούν σε καλντερίμι , ενώ σε παρόμοια ερώτηση, γνωστός μου άγγλος τα περιέγραψε σαν "ιταλικά με γεμάτο το στόμα". Επίσης, δεν είναι σπάνιο να μπερδεύεται η γλώσσα μας με τα ισπανικά ή τα αραβικά. Όλα αυτά οφείλονται στις φωνητικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας - γλωσσολογικά, η μόνη γλώσσα της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας που πλησιάζει κάπως είναι η αρμενική - καθώς και στις απειράριθμες επιρροές που έχει δεχθεί από άλλες γλώσσες.
Αυτό που θέλω να αναδείξω είναι ότι η προφορά μιας ξένης γλώσσας είναι απαραίτητη για την σωστή χρήση της και επ'ουδενί δεν αποτελεί ένδειξη ιδιοσυγκρασίας ή ψυχολογικής κατάστασης. Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος σας μιλήσει γαλλικά με την γαλλική προφορά, μην νομίσετε ότι είναι gay. Και, επειδή είναι πιό πιθανό να γνωρίζετε αγγλικά παρά γαλλικά ή γερμανικά, μην διστάσετε να χρησιμοποιήσετε την αγγλική προφορά. Τουλάχιστον, θα ακούγεστε πολύ καλύτερα από τον Πρωθυπουργό μας, όταν μιλάει σε ξένους.